15,00 € 13,50 € 13.5 EUR
    14,15 €

    This combination does not exist.

    Αγορά


    Κατά τη γνώμη μου, ο Φρόυντ είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας της γερμανικής γλώσσας, και είναι πολύ σημαντικό ότι έλαβε το βραβείο Γκαίτε, ένα βραβείο λογοτεχνικό. Είναι ένας κορυ­φαίος αφηγητής μύθων και σπουδαίος φίλος των Εβραίων αστών κυριών της Βιέννης της εποχής του. Αλλά ­πλέον κανείς δεν συναν­τά ανθρώπους που να μοιάζουν στον λεγόμενο «ασθενή» του Φρόυντ. Κανείς δεν συνάντησε ποτέ άνθρωπο που να τον γιάτρεψε η ψυχανάλυση. Αντίθετα, όπως λέει ο Καρλ Κράους: «Είναι η μόνη θεραπεία που επινοεί την αρρώστια της». Ωραίο σκώμμα.

    Για μένα, η αξιοπρέπεια του άνδρα και της γυναίκας ―σ’ αυ­­­­τή την ιδέα βασίζεται και το βιβλίο μου για την Αντιγόνη― συνί­σταται στο να έχεις τη δύναμη να κουβαλάς μέσα σου το προσωπικό σου βάσανο, την προσωπική σου αγωνία. Κατά τη γνώμη μου, η ιδέα τού να παραδίδεις την αγωνία αυτή στα χέρια ενός άλλου ανθρώπου, έναντι αμοιβής, είναι παράλογη. Συντάσσομαι με τον Σωκράτη, ο οποίος θεωρεί φρικτή ιδέα το να πληρώνεσαι για τη διδασκαλία σου. Το «να βγάζεις τα σώψυχά σου», όπως λέμε, και να τα παραδίδεις στον άλλο, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, μου προκαλεί αγανάκτηση. Σημαίνει ότι παίρνεις τον εαυτό σου στα σοβαρά μ’ έναν τρόπο που βρίσκω ασυγχώρητο. Στα στρατόπεδα του θανάτου ή όταν πέφτουν βόμβες, όταν η ζωή γεννά πραγματικά τρόμο, στα πεδία των μαχών, κανείς δεν κάνει ψυχανάλυση· ο άνθρωπος βρίσκει μέσα του σχεδόν ανεξάν­τλητες δυνάμεις, σχεδόν αστείρευτες πηγές αξιοπρέπειας. Το να λαμβάνεις εξιλέωση χωρίς θεό (διότι αυτό είναι ανέκδοτο: μια εξομολόγηση χωρίς ιερέα)… Ο άνθρωπος που πιστεύει στον Θεό μπορεί τουλάχιστον να πει ότι αυτός που τον ακούει είναι ο Θεός. Καθόλου άσχημα, σωστά; Κι ο Θεός δεν ζητά πληρωμή με την ώρα ή, όπως ο Λακάν, με το πεντάλεπτο, έτσι δεν είναι; Μονάχα στη Γαλλία (τη χώρα των Γελοίων κομψευομένων) επιτρέπονται τέτοιου είδους ανέκδοτα.  

    Η ανθρώπινη οδύνη, αυτό το τρομερό πράγμα, αυτό το μυστήριο: αυτό είναι που μας δίνει, νομίζω, την αξιοπρέπειά μας. 


    Τζωρτζ Στάινερ, Ένα μακρύ Σάββατο, σελ. 99-101.