15,00 € 13,50 € 13.5 EUR
    14,15 €

    This combination does not exist.

    Αγορά


    Κατά βάθος είμαι αντισιωνιστής. Εξηγούμαι ― μολονότι, πολύ φοβάμαι, τα όσα θα πω τώρα κινδυ­νεύουν να γίνουν αντικείμενο άγριας παρανόησης, να ερμηνευτούν εντελώς λάθος. Για πολλές χιλιάδες χρόνια, λίγο-πολύ από την πρώτη καταστροφή του Ναού στην Ιερουσαλήμ και μετά, οι Εβραίοι δεν είχαν τα μέσα για να κακο­μεταχειριστούν, να βασανίσουν, να δημεύσουν την περιουσία οποιουδήποτε στον κόσμο. Κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η ανώτερη αριστοκρατία που μπορεί να υπάρξει. Όταν μου συστήνουν έναν Άγγλο δούκα, λέω μέσα μου: «Ο υπέρτατος βαθμός ευγενείας είναι να ανήκεις σε ένα λαό που ποτέ δεν ταπείνωσε έναν άλλο λαό. Που ποτέ δεν βασάνισε άλλο λαό». Όμως σήμερα το Ισραήλ πρέπει αναγκαστικά (θα υπογράμμιζα και θα επαναλάμβανα είκοσι φορές τη λέξη, αν ήταν δυνατό), πρέπει αναγ­καστικά ―μ’ άλλα λόγια, αναπόφευκτα, αδήριτα― να σκοτώνει και να βασανίζει προκειμένου να επιβιώσει. Το Ισραήλ πρέπει να συμπεριφέρεται όπως η υπόλοιπη, η λεγόμενη «κανονική» ανθρωπότητα. Ε λοιπόν, εγώ εκπροσωπώ έναν απεριόριστο ηθικό σνομπισμό, μια ολοκληρωτική ηθική αλαζονεία· με το να γίνουν ένας λαός σαν τους άλλους, οι Ισραηλινοί απεμπόλησαν τον τίτλο ευγενείας που τους αναγνώριζα.  

    Το Ισραήλ είναι ένα έθνος ανάμεσα σε άλλα έθνη, οπλισμένο μέχρι τα μπούνια. Και όταν βλέπω, πάνω απ’ το τείχος, την τεράστια ουρά των Παλαιστίνιων εργατών που προσπαθούν να πάνε στη δουλειά τους μες στο λιοπύρι, όταν βλέπω αναπόφευκτα την ταπείνωση των ανθρώπων σε αυτή την ουρά, λέω μέσα μου: «Όχι, είναι υπερβολικά μεγάλο το τίμημα». Το Ισραήλ μού απαντά: «Βούλωσέ το, ηλίθιε! Έλα εδώ! Ζήσε μαζί μας! Έλα να μοιραστείς τον κίνδυνο που μας απειλεί! Είμαστε η μόνη χώρα που θα δεχτεί τα παιδιά σου, εάν αναγκαστούν να αναζητήσουν κάπου καταφύγιο. Με ποιο δικαίωμα μας αραδιάζεις τις γλυκερές ηθικολογίες σου;». Και δεν έχω τι ν’ απαντήσω. Για ν’ απαν­τήσω, θα έπρεπε να βρίσκομαι εκεί, να είμαι σε μια γωνιά του δρόμου και να εκφωνώ από εκεί τα παράλογα λογύδριά μου, να ζω τους ίδιους καθημερινούς κινδύνους μ’ εκείνους. Εφόσον δεν το κάνω αυτό, το μόνο που μου απομένει είναι να εξηγώ ποια είναι η προσωπική μου αντίληψη για την εβραϊκή αποστολή: να είσαι φιλοξενούμενος μεταξύ των ανθρώπων. Και ακόμα πιο τρομερό παράδοξο (που πραγματικά χαράζει το σημάδι του Κάιν πάνω στο μέτωπό μου) είναι το γεγονός ότι αυτό που με έσπρωξε προς τούτη την κατεύθυνση είναι η φράση του Χάιντεγκερ που λέει: «Είμαστε οι επισκέπτες της ζωής». Αυτή την εντυπωσιακή φράση διατύπωσε ο Χάιντεγκερ: ούτε εσείς ούτε εγώ δεν διαλέξαμε τον τόπο της γέννησής μας, τις περιστάσεις, την ιστορική εποχή στην οποία ανήκουμε, την αναπηρία μας ή την τέλεια υγεία μας… Είμαστε geworfen, λέει στα γερμανικά, είμαστε «πεταμένοι» στη ζωή. Κι αυτός που τον έχουνε πετάξει στη ζωή έχει, νομίζω, ένα καθήκον απέναντί της, έχει την υποχρέωση να φέρεται σαν φιλοξενούμενος. Τι πρέπει να κάνει ένας φιλοξενούμενος; Πρέπει, όπου και να βρίσκεται, να ζει ανάμεσα στους ανθρώπους. Κι ένας καλός φιλοξενούμενος, ένας φιλοξενούμενος που αξίζει τη φιλοξενία που του προσφέρθηκε, αφήνει το δωμάτιό του λίγο πιο καθαρό, λίγο πιο ωραίο, λίγο πιο ενδιαφέρον απ’ ό,τι το βρήκε. Κι αν πρέπει να φύγει, ετοιμάζει τα μπαγκάζια του και φεύγει.  

    Δεν έχω δει κανένα μέρος του κόσμου που να μην είναι συν­αρπαστικό, που να μην αξίζει τον κόπο να μάθουμε τη γλώσσα του, να μάθουμε την κουλτούρα του, να προσπαθήσουμε να κάνουμε εκεί κάτι ενδιαφέρον. Ο κόσμος έχει απέραντο πλούτο. Αν οι άνθρωποι δεν μάθουν να είναι φιλοξενούμενοι ο ένας του άλλου, θα καταστραφούμε, θα οδηγηθούμε σε θρησκευτικούς πολέμους, σε φρικτούς φυλετικούς πολέμους. Ο Μαλρώ το διεί­δε αυτό με συγκλονιστική ενάργεια.  

    Το καθήκον του Εβραίου της διασποράς είναι να μάθει να είναι φιλοξενούμενος των άλλων, ανδρών και γυναικών. Το Ισραήλ δεν είναι η μόνη δυνατή λύση. Αν ποτέ συνέβαινε αυτό που δεν τολμούμε ούτε καν να το σκεφτούμε, αν το αδιανόητο λάμβανε χώρα, αν το Ισραήλ εξαφανιζόταν, ο ιουδαϊσμός και πάλι θα επιβίωνε· γιατί είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από το Ισραήλ. 

    Τζωρτζ Στάινερ, Ένα μακρύ Σάββατο, σελ. 31–34.