18,00 € 16,20 € 16.2 EUR
    16,98 €

    This combination does not exist.

    Ανωμαλία

    [Κεφάλαιο 2, σελ. 43–47]

    Στις 24 Δεκεμβρίου 1915, ενώ έπινε το τσάι του στο διαμέρισμά του στο Βερολίνο, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν έλαβε ένα φάκελο σταλμένο από τα χαρακώματα του Α ́ Παγκοσμίου Πολέμου. (…) Μέσα βρήκε ένα γράμμα που περιείχε το τελευταίο ζώπυρο μιας ιδιοφυΐας: του Καρλ Σβάρτσιλντ, αστρονόμου, φυσικού, μαθηματικού και υπολοχαγού του γερμανικού στρατού. (…) Με γραμματάκια τόσο μικροσκοπικά που ο Αϊνστάιν χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει μεγεθυντικό φακό για να καταφέρει να τα διακρίνει, ο Σβάρτσιλντ τού είχε στείλει την πρώτη ακριβή λύση στις εξισώσεις της γενικής θεωρίας της σχετικότητας.

    Ο Αϊνστάιν χρειάστηκε να την ξαναδιαβάσει αρκετές φορές. (…) Ήταν αδύνατο να είχε λύσει ο Σβάρτσιλντ τόσο σύνθετες εξισώσεις σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, τη στιγμή που ακόμη κι ο ίδιος —που τις είχε επινοήσει— μόνο προσεγγιστικές λύσεις είχε καταφέρει να βρει. Η λύση του Σβάρτσιλντ ήταν ακριβής: περιέγραφε τέλεια πώς η μάζα ενός άστρου καμπυλώνει το χωροχρόνο γύρω του. 

    (…)

    Ωστόσο, υπήρχε κάτι βαθύτατα παράξενο στα αποτελέσματα του Σβάρτσιλντ.  

    Τα αποτελέσματα λειτουργούσαν τέλεια στην περίπτωση ενός συνηθισμένου άστρου· εκεί ο χώρος καμπύλωνε απαλά, όπως είχε προβλέψει ο Αϊνστάιν, ενώ το άστρο έμενε μετέωρο στο κέντρο της κοιλότητας, όπως δυο παιδιά που κοιμούνται πάνω σε μια αιώρα. Το πρόβλημα προέκυπτε όταν συγκεντρωνόταν υπερβολικά πολλή μάζα σε μια πολύ μικρή περιοχή, όπως συμβαίνει όταν ένα γιγάντιο άστρο εξαντλεί την καύσιμη ύλη του και αρχίζει να καταρρέει. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Σβάρτσιλντ, σε μια τέτοια περίπτωση, ο χωροχρόνος γύρω από το άστρο δεν θα καμπύλωνε απλώς: θα σκιζόταν. Το άστρο θα συνέχιζε να συμπιέζεται και η πυκνότητά του θα μεγάλωνε έως ότου η δύναμη της βαρύτητας θα γινόταν τόσο ισχυρή ώστε ο χώρος θα καμπυλωνόταν στο άπειρο και θα αναδιπλωνόταν στον εαυτό του· το αποτέλεσμα θα ήταν μια άφευκτη άβυσσος αποκομμένη εσαεί από το υπόλοιπο σύμπαν.  

    Την ονόμασαν ιδιομορφία Σβάρτσιλντ.  

    Αρχικά, ακόμη και ο ίδιος ο Σβάρτσιλντ απέρριψε αυτό το αποτέλεσμα ως μαθηματική ανωμαλία. Εξάλλου, η φυσική βρίθει από απειρότητες που δεν είναι παρά αριθμοί στο χαρτί, αφηρημένες έννοιες που δεν αντιπροσωπεύουν αντικείμενα του πραγματικού κόσμου, ή που απλώς υποδεικνύουν κάποιο σφάλμα στους υπολογισμούς. Η ιδιομορφία που προέκυπτε από τα αποτελέσματά του ήταν αναμφισβήτητα κάτι τέτοιο: ένα λάθος, μια ανωμαλία, ένα μεταφυσικό παραλήρημα.  

    Διότι η εναλλακτική ήταν αδιανόητη. Σε μια ορισμένη απόσταση από το ιδεατό άστρο του Σβάρτσιλντ, οι εξισώσεις της γενικής σχετικότητας εκτροχιάζονταν· ο χρόνος πάγωνε, ο χώρος κουλουριαζόταν γύρω από τον εαυτό του σαν φίδι. Στο κέντρο του ετοιμοθάνατου άστρου, όλη η μάζα συγκεντρωνόταν σε ένα σημείο άπειρης πυκνότητας. Για τον Σβάρτσιλντ ήταν αδιανόητο να υπάρχει κάτι τέτοιο στο σύμπαν. Όχι μόνο αντέβαινε στην κοινή λογική και έθετε υπό αμφισβήτηση τη γενική σχετικότητα, αλλά απειλούσε τα ίδια τα θεμέλια της φυσικής: εδώ, ακόμη και οι έννοιες του χώρου και του χρόνου έχαναν κάθε νόημα. Ο Καρλ προσπάθησε να βρει μια λογική λύση στο παράδοξο που είχε ανακαλύψει. Η ιδιομορφία του, σκεφτόταν, ήταν ένα τέρας της φαντασίας, ένας χάρτινος τίγρης, ένας κινέζικος δράκος.  

    Κι όμως, δεν μπορούσε να τη βγάλει από το μυαλό του. Η φαντασία του είχε πέσει θύμα της έλξης που ασκούσε η ανακάλυψή του· συνειδητοποίησε με τρόμο ότι, αν η ιδιομορφία του ήταν υπαρκτή, θα διαρκούσε μέχρι το τέλος του σύμπαντος. Οι ιδανικές συνθήκες της τη μετέτρεπαν σε ένα αντικείμενο αιώνιο, που ούτε μεγάλωνε ούτε μίκραινε, αλλά παρέμενε εσαεί το ίδιο. Σε αντίθεση με όλα τα άλλα πράγματα, το γίγνεσθαι δεν την άγγιζε και ήταν διπλά αναπόδραστη: στην παράξενη χωρική γεωμετρία που δημιουργούσε, η ιδιομορφία βρισκόταν και στα δύο άκρα του χρόνου ― μπορούσες να προσπαθήσεις να της ξεφύγεις κινούμενος στο πιο μακρινό παρελθόν ή να ταξιδέψεις στο απώτατο μέλλον μόνο και μόνο για να τη συναντήσεις ξανά. Στο τελευταίο γράμμα που έστειλε από τη Ρωσία στη σύζυγό του, γραμμένο την ίδια μέρα που αποφάσισε να μοιραστεί το εύρημά του με τον Αϊνστάιν, ο Καρλ παραπονιέται πως κάτι περίεργο έχει αρχίσει να μεγαλώνει μέσα του: «Δεν ξέρω πώς να το ονομάσω ή πώς να το ορίσω, αλλά έχει μια ακατανίκητη δύναμη και επισκιάζει όλες μου τις σκέψεις. Είναι ένα κενό χωρίς μορφή ή διάσταση, μια σκιά που δεν μπορώ να τη δω, αλλά τη νιώθω με όλη μου την ψυχή».  

    Λίγο αργότερα, η σκιά εισέβαλε στο σώμα του.