https://domabooks.gr/web/image/product.template/1324/image_1920?unique=e814365
    20,00 € 18,00 € 18.0 EUR
    18,87 €

    This combination does not exist.

    Αγορά

     


    Οι Κέλτες είναι όλοι άρρενες, όλοι γενειοφόροι, όλοι οπλισμένοι με ακόντια. Τα πρόσωπά τους είναι ηλιοκαμένα πάνω απ’ τις κοτσίδες της γενειάδας τους, που είναι στολισμένες με χάντρες. Έχουν το μπροστινό μέρος του κεφαλιού τους τελείως ξυρισμένο, και πίσω τα μαλλιά τους πέφτουν μακριά, πιο κάτω από τους ώμους. Στο μέτωπο έχουν ζωγραφισμένες σπείρες. Απ’ το λαιμό τους, πάνω απ’ τα πολύχρωμα ρούχα τους, κρέμονται λεπτές μπρούντζινες αλυσίδες με χοντροκομμένα ξύλινα ειδώλια, κάπου μια σπιθαμή στο ύψος, που παριστάνουν ολοστρόγγυλες, φαλακρές γυναίκες. Γυναίκες με κάτι κλειτορίδες τεράστιες, που σκάνε στον κόσμο μυστηριώδη χαμογελάκια και πιάνουν με τα χέρια κι ανοίγουν το μουνί τους κατευχαριστημένες. Αυτά τα μικρά ειδώλια είναι αλλόκοτα και ακατανόητα, τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους κάπως άφυλα και ελαφρώς εξωπραγματικά, αλλά όχι απειλητικά, ενώ τα τανυσμένα τους αιδοία είναι δυο φορές πιο μεγάλα από τα ήδη υπερμεγέθη κεφάλια τους. Κάτω απ’ το κεφάλι και πάνω από το χάσκον αιδοίο τους έχουν έναν κορμό τοσοδούλικο, και ο ντε Φλουνκλ παρατηρεί με αποτροπιασμό πως αυτές οι μικρές ξύλινες, εξωγήινες πόρνες δεν τραβολογάνε απλώς το πελώριο φύλο τους ν’ ανοίξει, αλλά για να το κάνουν έχουν περάσει τα μακρουλά τους, πιθηκίσια μπράτσα κάτω από τα λυγισμένα γόνατά τους. (…)

    «Μετάφραζε, μούλε» λέει ο ντε Φλουνκλ, κι ο Ουίλλιαμ υπακούει, και ένας απ’ τους Κέλτες, ο πρεσβύτερος σε ηλικία, που η βαθυκόκκινη κάπα του είναι αναδιπλωμένη από μέσα και αναδεύει λες και είναι ζωντανή, αποκρίνεται σ’ εκείνη την περίεργη λαρυγγώδη γλώσσα που ο ντε Φλουνκλ ξέρει πως είναι τα γαελικά των ορέων. Ακούγεται σαν τα πρόβατα με τα οποία ζουν σε τόσο στενή επαφή οι Κέλτες και οι χωρικοί, και ο ντε Φλουνκλ αναρωτιέται μήπως φταίει καμιά ανόσια κέλτικη διασταύρωση γι’ αυτά τα «ρ» που είναι λες και κάποιος τους πνίγει.

    «Λέει πως μας έχουν ένα δώρο».

    «Πες τους» λέει ο ντε Φλουνκλ, «πες σ’ αυτούς τους ειδωλολάτρες μπάσταρδους που πάνε και παντρεύονται τις σκλάβες τους και που, χωρίς καμία τέτοια σύσταση από τον πάπα, τεκνοποιούν με τις ίδιες τους τις ανιψιές, και που δεν έχουν δει καθρέφτη στη ζωή τους εξόν από τις λιμνούλες το αίμα που οι γυναίκες τους γεμίζουνε τον τόπο όταν τους τρέχουνε ξεδιάντροπα τα έμμηνά τους μπροστά σ’ όλο τον κόσμο. Πες σ’ αυτούς τους μαλλιαρούς σοδομιστές που αφήνουν τις μανάδες και τις αδελφές τους να κάνουν ό,τι θελήσουν, με τα βαρβαρικά δικαστήρια που στήνουν στις άθλιες παράγκες τους. Πες τους ότι, αν απαιτούν τέλος διελεύσεως, θα πρέπει να μας σκοτώσουν, γιατί δεν είναι δικός τους αυτός ο δρόμος, δεν είναι δικό τους το μονοπάτι, δεν είναι δική τους η χώρα, ούτε κι η κοιλάδα. Τούτη δω η γη είναι του βασιλέως, και την εξασφαλίζουν τίτλοι ιδιοκτησίας στα χέρια αξιοσέβαστων χριστιανών με τρανό στρατό και πολλούς ευγνώμονες υποτελείς πληθυσμούς».

    Ο Ουίλλιαμ, κοιτώντας τον αφέντη του με την άκρη του ματιού του, μεταφράζει περίπου οκτώ λέξεις απ’ το λογύδριό του. (…)

    «Ρώτα τους τι είναι αυτά που έχουν στο λαιμό τους» φωνάζει ο Χάρολντ από πίσω, αφήνοντας το ένα από τ’ άλογα να χώσει τη μουσούδα του στην ανοιχτή του παλάμη. «Γιατί είναι πολύ περίεργα». «Καλή ερώτηση αυτή» συμφωνεί κι ο ντε Φλουνκλ. «Τι είναι τούτα τα αχαμνά πορνίδια που έχουν κρεμασμένα στο λαιμό;» (…)

    «Λοιπόν» λέει τελικά ο Ουίλλιαμ του Ρόσκρη, ενώ ο ιδρώτας στην πλάτη του έχει αρχίσει να παγώνει από την ακινησία, και το καφτάνι του να κολλάει επάνω του, «λέει πως επειδή εμείς, δηλαδή εσείς κι εγώ, ή ο λαός μας, έχουμε βαλθεί να αφανίσουμε την οικογένεια, που φαντάζομαι πως μάλλον εννοεί τη φυλή του, και επειδή έχουμε τη νεότητα σαν κάτι ζηλευτό που πρέπει να διατηρείται παντοτινά —φαντάζομαι πως, όταν μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, εννοεί τη φυλή του, ή τους ΜακΜόρροου, ή όλους τους, δεν είμαι καθόλου σίγουρος— και επειδή δεν θεωρούμε δικά μας τα παιδιά αν δεν έχουν γεννηθεί αυστηρά εντός των δεσμών του γάμου, αλλά παρ’ όλα αυτά επιδιδόμαστε σε πολλές ελευθεριάζουσες ακολασίες με μολυσμένες, άκληρες Γαλλίδες πόρνες, συχνά διαβόητες για τη μεταδοτική τους στειρότητα και την παραμορφωμένη μήτρα τους, έχει διαστρεβλωθεί η αντίληψή μας για το τι είναι ελκυστικό, κι αυτό που βρίσκουμε τώρα πια ελκυστικό είναι ένα πράγμα άγονο, αφού οι γυναίκες μας επιδοκιμάζονται για τη μη γονιμότητά τους και όταν πεθαίνουνε στη γέννα, διότι έτσι απελευθερώνονται πολλοί τίτλοι ιδιοκτησίας και κλήροι, και τούτη η επιδοκιμασία προεκτείνεται και στην καχεκτική έλλειψη βουλιμίας τους όσον αφορά τα γαμήλια καθήκοντα τα οποία αυτές, οι γυναίκες μας δηλαδή, αντιμετωπίζουν με οδύνη και απέχθεια. Ως εκ τούτου οι γυναίκες που βρίσκουμε εμείς ελκυστικές είναι στέρφες, ισχνές σαν παιδιά και ασπρουλιάρες, άμορφα, παράξενα, ανδρόγυνα, ασθενικά ζώα που πεθαίνουν από τον παραμικρό πυρετό ή τα πιάνει το ψιλόβροχο και μετά τρέμουν και ψοφάνε το φθινόπωρο και στα σκοτεινά ηλιοστάσια από την υγρασία στα ρούχα τους· γυναίκες που δεν ξέρουν να συνθέσουν ποιήματα ούτε να γυρίσουν το μοσχάρι που κατεβαίνει ανάποδα στη μήτρα, ούτε να πάρουν μέρος σε καβγάδες για χωράφια ούτε καν να διασχίσουν ποτάμια ή ν’ ανέβουν λόφους χωρίς να κάνουν στάση για να πάρουν ανάσα ή για να πεθάνουνε, κι επειδή οι γυναίκες μας δεν μπορούνε να γεννήσουν χωρίς να ψοφήσουν, ετούτοι εδώ ισχυρίζονται πως όλες αυτές οι νοσηρές ιδιότητες προεκτείνονται και στον ανδρικό πληθυσμό και ότι, ασφαλώς, είναι αδύνατο, με τέτοιον αρρωστιάρικο πολιτισμό σαν αυτόν που έχουμε, να εκτιμήσουμε ένα λαγούμι τόσο έξοχο και θεσπέσιο σαν αυτό που επιδεικνύει η γυναίκα στο λαιμό του, την οποία του σκάλισε η ίδια του η ρωμαλέα σύζυγος, οπότε γιατί να μπει στον κόπο να εξηγεί τις θεραπευτικές του ιδιότητες, τη στιγμή που μια όμορφη γυναίκα σε αιώνια ακμή, δηλαδή στην ηλικία που έχουν όλες οι γυναίκες όταν η ψυχή τους είναι δυνατή, μόνο τρόμο θα προκαλούσε σε κάτι σαν του λόγου μας;»

     Όσιν Φέιγκαν, Νόμπερ, σελ.: 13-18 μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου


    πατώντας οδηγείστε στη σελίδα του Νόμπερ στο ΔΩΜΑ